Δομή Ιστοσελίδας
|
Επιθετικότητα
Πρώιμη αρρενοποίηση
Στους ανθρώπους, οι συνέπειες της πρώιμης αρρενοποίησης είναι παρόμοιες με αυτές σε άλλα θηλαστικά, ιδιαίτερα δε σε πιθήκους. Η αρρενοποίηση γυναικών κατά την εμβρυϊκή ηλικία προκαλεί αρρενοποιητικές επιδράσεις στην ανάπτυξη των δευτερογενών χαρακτηριστικών του φύλου, ενώ οι αλλαγές στη συμπεριφορά παρουσιάζουν παρόμοιες ομοιότητες [43]. Οι Money & Ehrhardt [44] το 1972, μελέτησαν κορίτσια των οποίων οι μητέρες, με σκοπό την πρόληψη αποβολής, έλαβαν υψηλές δόσεις προγεστερόνης στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς και κορίτσια που έπασχαν από ανδρογεννητικό σύνδρομο, μία παθολογική κατάσταση κατά την οποία τα επινεφρίδια του εμβρύου παράγουν λιγότερα κορτικοστεροειδή και περισσότερα ανδρογόνα, καταλήγοντας σε ψευδερμαφροδιτική ανάπτυξη των κοριτσιών. Η έκθεση θηλέων εμβρύων σε προγεστερόνη έχει ανδρογεννητική επίδραση, κατάσταση που μοιάζει με το ανδρογεννητικό σύνδρομο. Η συμπεριφορά των κοριτσιών αυτών χαρακτηρίζεται από υψηλότερη ενεργητικότητα και αθλητικές επιδόσεις, καθώς και από συχνότερη επιλογή αγοριών στο παιγνίδι. Άλλη έρευνα έδειξε ότι τα αρρενοποιημένα κορίτσια δείχνουν λιγότερο ενδιαφέρον για γάμο και τεκνοποίηση, σε σχέση με τα φυσιολογικά κορίτσια [45]. Παράλληλα όμως δεν έδειξαν λεσβιακές τάσεις, ούτε να αρχίζουν καυγάδες συχνότερα από τα φυσιολογικά κορίτσια [46]. Επιπλέον, παρόλη την αυξημένη ψυχοκινητικότητα, τα αρρενοποιημένα κορίτσια δεν έδειξαν παθολογικά επίπεδα επιθετικότητας ή παραπτωματικότητας [47]. Έρευνα των Berenbaum & Hines [48] το 1992, επιβεβαίωσε τα παλιότερα ευρήματα, βρίσκοντας ότι, κορίτσια 3 έως 8 ετών που είχαν εκτεθεί σε ανδρογόνα παρουσίαζαν αγορίστικη συμπεριφορά, δείχνοντας ιδιαίτερη επιθυμία να ασχολούνται με αγορίστικα παιγνίδια. Η συμπεριφορά αγοριών που είχαν εκτεθεί επίσης σε ανδρογόνα δεν έδειξε να επηρεάζεται. Αντίθετα οι Meyer-Bahlburg et al [49] το 1988, υπέθεσαν μία απο-αρρενοποιητική επίδραση της έκθεσης σε ανδρογόνα και προγεστερόνη σε κάποιες πλευρές της συμπεριφοράς κατά το παιγνίδι. Ευρήματα που υποθέτουν μία μεγαλύτερη τάση για επιθετικότητα των αρρενοποιημένων, σε σχέση με τα φυσιολογικά κορίτσια, αναφέρθηκαν επίσης από τον Reinisch [50] το 1981. Η συμπεριφορά κοριτσιών που εκτέθηκαν σε συνθετική προγεστερόνη, αλλά δεν έδειξαν αλλαγή των εξωτερικών γεννητικών οργάνων, συγκρίθηκε με τη συμπεριφορά αδερφών τους που δεν είχαν εκτεθεί. Όλα τα κορίτσια ρωτήθηκαν σχετικά με την επίλυση υποθετικών προβλημάτων αντιπαράθεσης, και η πρώτη ομάδα έδειξε περισσότερο επιθετικό τρόπο επίλησης. Κανείς όμως δεν μπορεί να ξέρει εάν, όχι μόνο υποθετικά αλλά και στην πράξη, η πρώτη ομάδα θα παρουσίαζε τον ίδιο τρόπο αντιμετώπισης. Η πρώιμη αρρενοποίηση στους ανθρώπους έχει σημαντικές επιδράσεις στην ανάπτυξη τόσο των σεξουαλικών οργάνων όσο και των δευτερογενών σεξουαλικών χαρακτηριστικών. Η επίδραση αυτή δημιουργεί αύξηση του όγκου οργάνων όπως καρδιά, πνεύμονες, και μυϊκό σύστημα, γεγονός που προκαλεί αυξημένες απαιτήσεις αναγκαίων συστατικών, όπως οξυγόνο. Περαιτέρω επιπλοκές είναι περισσότερο λεπτές, δεδομένης της σύγχυσης που μπορεί να προκαλέσουν στο ενδοκρινικό σύστημα οι κοινωνικοί παράγοντες. Οι επιθετική συμπεριφορά των αρρενοποιημένων θηλέων φαίνεται να αντανακλά το διπλό αυτό ρόλο. Η μεγαλύτερη τάση για επιθετικότητα φαίνεται να οφείλεται στη υιοθέτηση αντίστοιχης ταυτότητας ρόλου. Σχετικά με τη σεξουαλική συμπεριφορά, η ψευδερμαφρόδιτη εμφάνιση που αφορά τα εξωτερικά γεννητικά όργανα των θηλέων με ανδρογεννητικό σύνδρομο, ενδέχεται να οδηγεί σε σύγχυση της ταυτότητας φύλου γεγονός που οδηγεί πιθανόν σε ασυνήθιστες σεξουαλικές επιλογές [47, 51, 52].
Συνέπειες χορήγησης τεστοστερόνης.
Τα μέχρι στιγμής δεδομένα υποδεικνύουν τη συσχέτιση τεστοστερόνης και επιθετικής συμπεριφοράς αλλά όχι κάποια αιτιακή σχέση ανάμεσα στα φαινόμενα αυτά. Μελέτες που αφορούν χορήγηση τεστοστερόνης στη διάρκεια της εγκυμοσύνης αλλά και σε ενήλικες, άνδρες ή γυναίκες, πιθανόν να ξεκαθαρίσουν το ερώτημα σχετικά με το εάν η επιθετικότητα είναι στενά εξαρτημένη από την κυκλοφορούσα τεστοστερόνη. Κάποιες μελέτες θεραπείας υποκατάστασης με τεστοστερόνη σε υπογοναδικούς άνδρες [53] ή χορήγησης τεστοστερόνης σε άνδρες σαν δυνητικό μέσο αντισύλληψης [54, 55], δεν πέτυχαν να δείξουν κάποια επίδραση. Σε μία διπλή τυφλή μελέτη, άνδρες φοιτητές έλαβαν τεστοστερόνη, εικονικό φάρμακο, ή δεν έλαβαν θεραπεία, για διάστημα μίας εβδομάδος. Η ομάδα με το εικονικό φάρμακο βαθμολόγησε υψηλότερα, σε σχέση με την ομάδα ελέγχου και την ομάδα τεστοστερόνης, ένα αυτο-βαθμολογούμενο ερωτηματολόγιο που αναφερόταν σε θυμό, ευερεθιστότητα, και παρορμητικότητα. Η αυξημένη χρήση στεροεϊδών αναβολικών τα τελευταία χρόνια άνοιξε ένα νέο πεδίο έρευνας. Από αρκετές έρευνες έχουν αναφερθεί επανειλημμένα ανεπιθύμητες ενέργειες όπως, ευερεθιστότητα και επιθετικότητα, τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες [56, 57, 58, 59]. Σε μία ανασκόπηση των ερευνών, ο Uzych [60] το 1992, αποδεχόμενος την πιθανότητα αυξημένης επιθετικότητας μετά από λήψη στεροεϊδών, τόνισε ότι δεν μπορούμε να δεχτούμε απλοϊκά ότι η επιθετικότητα σε χρήστες αναβολικών είναι εξαρτώμενη της τεστοστερόνης. Υποστήριξε ότι παράγοντες όπως, στοιχεία της προσωπικότητας που προϋπάρχουν και που χαρακτηρίζονται από αστάθεια, παρορμητικότητα, και επιθετικότητα, μπορεί να είναι η αιτία έναρξης χρήσης αναβολικών. Οι Bahrke et al [61], παρατήρησαν ότι η ευερεθιστότητα ήταν ελαφρά αυξημένη στους χρήστες αναβολικών, αλλά μόνο αυτοί που είχαν προνοσηρά στοιχεία φαίνεται να εκτρέπονται σε επιθετική συμπεριφορά. Παρόμοια, οι Bjorkqvist et al [62], συμπέραναν ότι η χρήση αναβολικών λειτουργεί σαν παράγοντας που αυξάνει τις επιθετικές τάσεις παράγοντας έτσι μία κατάσταση συναισθηματικής αστάθειας. Επιπλέον ενδείξεις της άποψης ότι η τεστοστερόνη ενισχύει την επιθετικότητα δημοσιεύτηκαν από τους van Goozen et al [63, 64], οι οποίοι μελέτησαν τρανσεξουαλικούς άνδρες και γυναίκες που υποβάλονταν σε ανάλογη ορμονική θεραπεία με σκοπό την αλλαγή τους σε γυναίκες και άνδρες αντίστοιχα. Μετά απο τρεις μήνες θεραπείας, οι τρανσεξουαλικές γυναίκες που υποβάλονταν σε ανδρογονική θεραπεία, ανέφεραν αυξημένη επιθετικότητα, ενώ οι τρανσεξουαλικοί άνδρες που υποβάλονταν σε θεραπεία στέρησης από ανδρογόνα, ανέφεραν σημαντική μείωση της επιθετικότητας. Οι Anderson et al [65] το 1992, μελέτησαν την επίδραση μικρών δόσεων τεστοστερόνης σε 30 φυσιολογικούς άνδρες, χορηγώντας ενέσιμα επί οκτώ βδομάδες στους μισούς 200 mg τεστοστερόνης και στους άλλους μισούς εικονικό φάρμακο, ανά εβδομάδα. Παρατηρήθηκε ότι και στις δύο ομάδες δεν υπήρξαν αλλαγές στη συχνότητα σεξουαλικών πράξεων, αυνανισμών, και νυχτερινών στύσεων. Η ομάδα που λάμβανε τεστοστερόνη όμως ανέφερε μεγαλύτερο σεξουαλικό ενδιαφέρον και επιθυμία, χωρίς όμως τα αυξημένα επίπεδα τεστοστερόνης που παρουσίαζε να επηρεάζουν τα επίπεδα επιθετικότητας. Η έλλειψη αλλαγής στην ανοικτή σεξουαλική συμπεριφορά που παρατηρήθηκε στους φυσιολογικούς αυτούς άνδρες έρχεται σε αντίθεση με την εμφανή αύξηση στη σεξουαλικότητα που παρατηρείται σε έρευνες με υπογοναδικούς άνδρες.
Ανδρογόνα και αθλητική δραστηριότητα.
Η επίδραση των ανδρογόνων στην επιθετικότητα φυσιολογικών ανδρών έχει επίσης διερευνηθεί σε πλαίσια αθλητικού συναγωνισμού που απαιτεί σωματική εμπλοκή. Για παράδειγμα, οι Scaramella & Brown [66] το 1978, μελέτησαν τη συσχέτιση μεταξύ της τεστοστερόνη και της επιθετικότητας που επιδείκνυαν φοιτητές στη διάρκεια χόκεϋ. Οι διαφορές ήταν οριακές και μη σημαντικές, ενώ μόνον οι παίκτες που είχαν υψηλή απαντητικότητα στην απειλή σχετίζονταν με υψηλά επίπεδα της ορμόνης. Ο Elias [67] το 1981, μελέτησε την αλλαγή των επιπέδων τεστοστερόνης σε αγώνες πυγμαχίας και βρήκε ότι τεστοστερόνη και κορτιζόλη αυξάνονταν παράλληλα με τη μείωση της πρωτείνης που δεσμεύεται με την τεστοστερόνη. Επιπλέον, τα επίπεδα κορτιζόλης και τεστοστερόνης αυξάνονταν σε μεγαλύτερο βαθμό μετά από νίκη παρά μετά από ήττα. Οι Salvadora et al [68] το 1999 μελέτησαν 28 άνδρες αθλητές του τζούντο και βρήκαν ότι υπήρχε θετική συσχέτιση μεταξύ τεστοστερόνης και αριθμού των χτυπημάτων στη διάρκεια του παιγνιδιού. Αντίθετα, η κορτιζόλη δεν βρέθηκε να σχετίζεται με την ανταγωνιστικότητα του παιγνιδιού. Οι συγγραφείς συμπέραναν κάποια συσχέτιση μεταξύ τεστοστερόνης και ανταγωνιστικής επιθετικότητας. Η αύξηση της τεστοστερόνης σαν αποτέλεσμα του ανταγωνισμού παρατηρήθηκε νωρίτερα από τους Mazur & Lamb [69]. Η εξάρτηση όμως της νίκης έναντι της ήττας σε αγώνες δεν ήταν ειδική μόνο σε αθλήματα που απαιτούσαν σωματική επαφή. Για παράδειγμα, οι νικητές αγώνων τέννις έδειξαν υψηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης σε σχέση με τους ηττημένους, ενώ επιπλέον, αυτοί που επικράτησαν με άνεση των αντιπάλων τους είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με αυτούς που νίκησαν οριακά. Επιπρόσθετα, φάνηκε ότι τα επίπεδα τεστοστερόνης σχετίζονται θετικά με το λεγόμενο "αθλητικό πνεύμα", το κίνητρο για επιτυχία, και τη διακδικητικότητα [61]. Βρέθηκε ότι επιθετική συμπεριφορά που δημιουργεί αυξημένη κοινωνική υπόσταση (status) ακολουθείται από αύξηση των επιπέδων τεστοστερόνης. Οι Booth et al [70] βρήκαν ότι η τεστοστερόνη αυξάνεται στους παίκτες τέννις 15 λεπτά πριν το επόμενο σετ, εάν τα άτομα είχαν νικήσει στο προηγούμενο παιγνίδι. Οι ερευνητές συμπέραναν ότι η νίκη και η άνοδος σε κοινωνική θέση φαίνεται να προκαλεί αύξηση στη τεστοστερόνη ή τουλάχιστον να διατηρεί αυξημένα τα επίπεδα, στηρίζοντας την ετοιμότητα των νικητών για μελλοντικό ανταγωνισμό και νέα νίκη. Ο Mazur [71] ενσωμάτωσε τα ευρήματα αυτά στη "Βιοκοινωνική θεωρία της υπόστασης", υποθέτοντας έναν βιοεπανατροφοδοτικό βρόγχο ανάμεσα στην τεστοστερόνη και στην επιθετικότητα στην προσπάθεια του ατόμου να διατηρήσει μία κοινωνική υπόσταση ή μία επικρατητική θέση. Ο βιοεπανατροφοδοτικός αυτός βρόγχος ευοδώνει πιθανόν τη νίκη επειδή κάθε νίκη ευοδώνει υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης, τα οποία με τη σειρά τους ευοδώνουν την επιθετικότητα. Λαμβάνοντας συνολοκά υπόψιν τα ευρήματα που αφορούν την εμπλοκή των ανδρογόνων στον αθλητικό ανταγωνισμό, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η επίτευξη κυριαρχικότητας μέσω προσπάθειας αυξάνει την τεστοστερόνη. Επιπρόσθετα, ότι τα άτομα που έχουν εμπιστοσύνη στο να πετύχουν σε ανταγωνιστικούς ρόλους, προφανώς σαν αποτέλεσμα επανειλημένων τέτοιων επιτυχιών, διατηρούν αυξημένα επίπεδα τεστοστερόνης. Όμως, η συσχέτιση ανδρογόνων και επιτυχούς έκβασης του ανταγωνισμού στον αθλητισμό δεν είναι ευνόητο ότι ταυτίζεται με συχέτιση με την επιθετικότητα. Στην πραγματικότητα, η επιθετικότητα δείχνει να είναι μάλον συμπτωματική σαυτή τη σχέση.
Τεστοστερόνη και επιθετική συμπεριφορά.
Αφού η τεστοστερόνη φαίνεται να επηρρεάζει την τυπική ανδρική σεξουαλική συμπεριφορά, πιθανόν να επηρρεάζει και την άτυπη σεξουαλική συμπεριφορά, όπως το βιασμό, την παιδοφιλία ή τη σαδομαζοχιστική συμπεριφορά. Η λειτουργική σχέση μεταξύ αρσενικής σεξουαλικής και επιθετικής συμπεριφοράς περιγράφηκε για πρώτη φορά από την Oehlert [72] το 1958 σε ψάρια. Παρατήρησε ότι η σεξουαλική και επιθετική συμπεριφορά μπορούσαν να συνυπάρχουν στα αρσενικά ψάρια, ενώ το σεξουαλικό κίνητρο και το κίνητρο του φόβου δεν ήταν συμβατά. Αντίθετα, στα θυληκά ψάρια το κίνητρο του φόβου και το σεξουαλικό κίνητρο μπορούν να συνυπάρχουν, αλλά όχι το σεξουαλικό κίνητρο με το κίνητρο της επιθετικότητας. Το εύρημα αυτό μάλιστα έχει συνδεθεί με την παιδοφιλία (Glaude, 1990). Τα αποτελέσματα των ερευνών που μελετούν τη σχέση μεταξύ επιπέδων ανδρογόνων και επιθετικότητας είναι αντικρουόμενα. Οι Persky et al [73] το 1971, χρησιμοποιώντας το ερωτηματολόγιο εχθρικότητας των Buss & Durkee [74], βρήκαν σε νέους ενήλικες, αλλά όχι σε ηλικιωμένους, θετική συσχέτιση μεταξύ επιπέδων τεστοστερόνης και επιθετικότητας. Παρόμοια έρευνα όμως των Meyer-Bahlburg et al [75] το 1974, απέτυχε να δείξει τη συσχέτιση αυτή. Επίσης, οι Doering et al [76] την ίδια χρονιά, απέτυχαν να δείξουν την παραπάνω συσχέτιση μελετώντας τη διακύμανση των ορμονών σε διάρκεια δύο μηνών. Μελέτες επίσης των Monti et al [77] και Persky et al [78] το 1977, ενίσχυσαν περεταίρω την έλλειψη συσχέτισης μεταξύ επιπέδων τεστοστερόνης και αυτοαναφερόμενης επιθετικότητας σε φυσιολογικούς άνδρες. Επίσης, προσπάθειες να να σχετιστούν τα επίπεδα τεστοστερόνης με ανοιχτή επιθετικότητα σε αθλητές πάλης, απέτυχαν [67]. Επιθετική συμπεριφορά, που δεν είναι τόσο έντονη ώστε να τιμωρείται ή να καταδικάζεται σε φυλάκιση, έδειξε να σχετίζεται σημαντικά με τα κυκλοφορούντα ανδρογόνα, τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες. Κάτω από πειραματικές συνθήκες λήψης αλκοόλ, μαθητές με επιθετική προδιάθεση έδειξαν να είναι πιο κυριαρχικοί σε κάποια συζήτηση καθώς και να έχουν υψηλότερη ελέυθερη τεστοστερόνη, σε σχέση με τους μαθητές χωρίς επιθετική προδάθεση [79]. Σε άρρρενες παίκτες του χόκεϋ, τα επίπεδα τεστοστερόνης πριν τον αγώνα σχετίζονταν θετικά με την επιθετικότητα στη διάρκεια του παιγνιδιού [66]. Άρρενες ασθενείς ψυχιατρικής κλινικής με υψηλά επίπεδα καταστρεπτικής συμπεριφοράς είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης, ενώ γυναίκες ασθενείς με καταστρεπτική επιθετική συμπεριφορά είχαν μη-σημαντικά αυξημένα επίπεδα τεστοστερόνης [80]. Τα ευρήματα αυτά επιβεβαιώθηκαν από τους Ehlers et al [81] το 1980, οι οποίοι βρήκαν ότι γυναίκες εξωτερικοί ασθενείς νευροψυχιατρικής κλινικής που επιδείκνυαν περισσότερη επιθετικότητα είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης, σε σχέση με ασθενείς με χαμηλότερα επίπεδα επιθετικής συμπεριφοράς. Οι Christiansen & Winkler [82] το 1992, μελετώντας ιθαγενείς της ερήμου Καλαχάρι της Ναμίμπια, βρήκαν ότι η επιθετική και βίαιη συμπεριφορά σχετιζόταν σημαντικά με τα επίπεδα τεστοστερόνης και διϋδρόξυτεστοστερόνης. Τα άτομα που επιδείκνυαν αυτή τη συμπεριφορά είχαν επίσης μεγαλύτερες σωματομετρικές διαστάσεις, γεγονός που έκανε τους ερευνητές να υποθέσουν ότι πιθανόν να συνυπάρχει και κάποιος έμμεσος μηχανισμός δράσης των ανδρογόνων στην εκδήλωση επιθετικότητας, πέραν από του γενικά αποδεκτού τρόπου δράσης της τεστοστερόνης σε συγκεκριμένα σημεία του εγκεφάλου. Σε 10χρονους εφήβους, που συγκρίθηκαν με ενήλικες, οι Olweus et al [83] το 1988 βρήκαν θετικές συσχετίσεις μεταξύ επιπέδων τεστοστερόνης πλάσματος και αυτοβαθμολογούμενης μέτρησης της επιθετικότητας. Παρατήρησαν επιπλέον ότι τα επιθετικά πρότυπα που παρουσιάζονται στη πρώιμη ζωή παραμένουν σταθερά και κατά την ενηλικίωση. Παρόμοια, οι Sussman et al [84] το 1987, χρησιμοποιώντας αυτοσυμπληρούμενα ερωτηματολόγια επιθετικότητας σε άρρενες 9-14 ετών, βρήκαν ότι υψηλά επίπεδα ανδρογόνων πλάσματος σχετίζονται θετικά με την επιθετικότητα. Έχοντας κανείς υπόψιν όλες τις έρευνες στον τομέα τεστοστερόνης και επιθετικής συμπεριφοράς, μπορεί να παρατηρήσει ότι η συσχέτιση είναι στενότερη σε εφήβους και παιδιά, σε σχέση με ενήλικες άνδρες. Σαν σπουδαοίτεροι περιορισμοί των ερευνών αυτών θεωρούνται η σχετικά ασαφής επιλογή του δείγματος και η αξιοπιστία εκτίμησης της επιθετικής συμπεριφοράς [85]. Οι Gerra et al [86] το 1997, μελέτησαν τα επίπεδα νορεπινεφρίνης, προλακτίνης, αυξητικής ορμόνης, κορτιζόλης, και τεστοστερόνης, σε κατάσταση ηρεμίας, καθώς και της κατόπιν πρόκλησης επιθετικότητας σε συνθήκες εργαστηρίου, σε 30 φυσιολογικούς άνδρες που χωρίστηκαν σε δύο ομάδες ανάλογα με το ιστορικό επιθετικότητας. Βρέθηκε ότι, τα επίπεδα τεστοστερόνης σε ηρεμία καθώς και τα επίπεδα νορεπινεφρίνης, αυξητικής ορμόνης, και κορτιζόλης ήταν υψηλότερα στα άτομα με υψηλή, σε σχέση με τα άτομα με χαμηλή επιθετικότητα. Με βάση τα δεδομένα αυτά οι ερευνητές υπέθεσαν ότι το νορεπινεφρινικό σύστημα καθώς και το εξαρτώμενο από το νορεπινεφρινικό ενδοκρινικό σύστημα λειτουργεί σαν ρυθμιστής της επιθετικής συμπεριφοράς. Πολλές έρευνες χρησιμοποίησαν σαν υλικό φυλακισμένους με υψηλά επίπεδα επιθετικότητας. Πρώτοι οι Kreuz & Rose [87] το 1972 βρήκαν ότι οι φυλακισμένοι που είχαν ιστορικό βίαιων εγκλημάτων στη διάρκεια της εφηβείας είχαν υψηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης σε σχέση με αυτούς που δεν είχαν τέτοιο ιστορικό. Παρόμοια ευρήματα αναφέρθηκαν και από άλλους ερευνητές [88, 89, 90 91, 92, 93, 94].
Τεστοστερόνη και αυτο-βαθμολογούμενη επιθετικότητα.
Αν και είναι ευρέως αποδεκτή η συσχέτιση μεταξύ τεστοστερόνης και επιθετικής συμπεριφοράς, τα σκορ των αυτοσυμπληρούμενων μετρήσεων της επιθετικότητας, ευερεθιστότητας, και εχθρικότητας δείχνουν ποικίλες συσχετίσεις με τα ενδογενή επίπεδα τεστοστερόνης. Αρκετές μελέτες έδειξαν θετική συσχέτιση μεταξύ τεστοστερόνης και των δεδομένων από τα ερωτηματολόγια επιθετικότητας, και στα δύο φύλα, από την εφηβεία έως την ενήλικη ζωή [73, 83, 89, 92, 95, 96, 97, 98, 99]. Η μελέτη του Gladue [96] του 1991, είναι η μόνη που βρήκε σημαντικά αρνητική συσχέτιση μεταξύ τεστοστερόνης και αυτο-συμπληρούμενων μετρήσεων σωματικής και λεκτικής επιθετικότητας σε γυναίκες, σε αντίθεση με τα αποτελέσματα των Van Goozen et al [63] και Harris et al [98]. Αντίθετα, αρκετές μελέτες δεν έδειξαν σημαντική συσχέτιση μεταξύ τεστοστερόνης και επιθετικότητας σε άνδρες ή γυναίκες [75, 76, 77, 84, 84, 87, 100]. Η ασυμφωνία αυτή των αποτελεσμάτων μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Καταρχήν, στην επιλογή και τον αριθμό του δείγματος, αφού η ηλικία των ατόμων κυμαινόταν από 16-70 ετών, ενώ ο αριθμός των μελετούμενων ατόμων από 5 έως 1.709. Μεγάλες διαφορές υπήρχαν επίσης στον αριθμό των συλλεγέντων δειγμάτων πλάσματος ή σιέλου για τον ορμονικό προσδιορισμό. Στις περισσότερες μελέτες χρησιμοποίηθηκε ένας μόνο απλός αριθμός δειγμάτων για τον προσδιοριμό των ορμονικών επιπέδων. Λίγοι ερευνητές στήριξαν τον ορμονικό προσδιορισμό σε επανειλημμένα δείγματα λίγων μηνών. Η επιλογή ίδιων ή των πλέον κατάλληλων ερωτηματολογίων υπήρξε επίσης ένα σημαντικό πρόβλημα, δεδομένου ότι οι έρευνες προέρχονταν από διαφορετικά σημεία του κόσμου, με διαφορετικούς πολιτισμούς, και επομένως διαφορετικές διαστάσεις εννοιών όπως, κυριαρχικότητα, εχθρικότητα και επιθετικότητα. Ίσως είναι λοιπόν προτιμότερο η σχέση τεστοστερόνης και επιθετικότητας να θεωρείται ότι συγχρόνως επηρεάζεται ισχυρά από τη διαπροσωπική ποικιλότητα, οικογενειακούς ή περιβαλλοντικούς παράγοντες, καθώς και στοιχεία της προσωπικότητας που ευνοού με διαφορετικό τρόπο τη μάθηση και εκδήλωση της επιθετικής συμπεριφοράς.
Η τεστοστερόνη σε φυλακισμένους για εγκλήματα.
Μελέτες με άρρενες εγκληματίες έδωσαν αντικρουόμενα αποτελέσματα. Οι Bain et al [102], για παράδειγμα, δεν βρήκαν διαφορές στα επίπεδα τεστοστερόνης πλάσματος, μεταξύ ανδρών που φυλακίστηκαν για εγκλήματα φόνου και εγκλήματα κατά της περιουσίας. Ο Matthews [94] το 1979, συνέκρινε βίαιους και μη βίαιους άρρενες φυλακισμένους με βάση το χρονικό διάστημα εγκλεισμού, την ηλικία, το ύψος, και το βάρος, χωρίς να ανακαλύψει κάποια σημαντική διαφορά στα επίπεδα τεστοστερόνης. Οι Kreuz & Rose [87] το 1972, βρήκαν αρχικά ότι τα επίπεδα τεστοστερόνης δεν διέφεραν σημαντικά μεταξύ επιθετικών και μη επιθετικών φυλακισμένων. Ταξινομώντας όμως το δείγμα με βάση τη βιαιότητα του εγκλήματος που οδήγησε στη φυλάκιση, βρήκαν ότι αυτοί που πραγματοποίησαν βίαια εγκλήματα είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης σε σχέση με αυτούς που δεν επέδειξαν βιαιότητα στη διάρκεια των εγκλημάτων τους. Προφανώς το εύρημα αυτό δεν υποδεικνύει αιτιακή σύνδεση μεταξύ επιπέδων τεστοστερόνης και τάσης για βίαιο έγκλημα. Άλλοι παράγοντες όπως, ο τύπος των σωφρονιστικών παρεμβάσεων στη διάρκεια του εγκλεισμού ή ο πιθανόν πρωϊμότερος εγκλεισμός των βίαιων εγκληματιών, συνεισφέρουν πιθανόν στις ορμονικές διαφορές του δείγματος αυτού. Τέλος, δεν προκύπτει από πουθενά ότι τα επίπεδα των ορμονών ήταν επίσης διαφοροποιημένα στη διάρκεια των εγκλημάτων. Οι Ehrenkranz et al [92] το 1974, βρήκαν σημαντική συσχέτιση των επιπέδων τεστοστερόνης και της επιθετικότητας σε φυλακισμένους. Οι Christiansen & Knussman [95] το 1987, ανέφεραν σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ διάφορων ανδρογόνων (ολική τεστοστερόνη, ελεύθερη τεστοστερόνη, διϋδροτεστοστερόνη) και αυτοβαθμολογούμενης αυτόματης επιθετικότητας σε άνδρες 20-30 ετών. Η αυτοαναφερόμενη όμως τάση για σταθερή επιθετικότητα σχετιζόταν μόνο ασθενώς με τα επίπεδα ελεύθερης τεστοστερόνης. Οι Dabbs et al [88] το 1987, μέτρησαν την ελεύθερη τεστοστερόνη στη σίελο 89 φυλακισμένων ανδρών και βρήκαν ότι αυτοί που είχαν υψηλότερη τεστοστερόνη είχαν κατηγορηθεί πιο συχνά για βίαια εγκλήματα. Η συσχέτιση ήταν πιο ενδεικτική στις ακραίες τιμές κατανομής της τεστοστερόνης, όπου, 9 από τους 11 φυλακισμένους με την χαμηλότερη τεστοστερόνη είχαν διαπράξει μη βίαια εγκλήματα, ενώ 10 από τους 11 με την υψηλότερη τεστοστερόνη είχαν διαπράξει βίαια εγκλήματα. Επιπλέον, αυτοί που βαθμολογήθηκαν από τους συναδέλφους τους σαν περισσότερο επιθετικοί παρουσίαζαν μεγαλύτερες τιμές τεστοστερόνης. Οι Dabbs et al (1991) μελέτησαν τη συσχέτιση τεστοστερόνης σιέλου και κορτιζόλης με τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, την βιαιότητα του εγκλήματος, τη συμπεριφορά στη φυλακή, και την απόφαση του δικαστηρίου σε 113 άνδρες παραπτωματίες που βρίσκονταν στη τελευταία φάση της εφηβείας. Βρέθηκε ότι αυτοί που παρουσίαζαν υψηλή τεστοστερόνη διέπραξαν πιο βίαια εγκλήματα, είχαν καταδικαστεί σε βαρύτερες ποινές, και πειθαρχούσαν λιγότερο στους κανόνες της φυλακής, σε σχέση με αυτούς που είχαν χαμηλή τεστοστερόνη. Η κορτιζόλη δεν παρουσίασε ενδείξεις συσχέτισης με τις δύο αυτές ομάδες πληθυσμού, αλλά έδειχνε ότι στατιστικά ρύθμιζε τη σχέση τεστοστερόνης και βιαιότητας, υποδεικνύοντας, κατά τους συγγραφείς, ότι η κορτιζόλη είναι πιθανόν ένας βιολογικός δείκτης που ρυθμίζει τη σχέση τεστοστερόνης-συμπεριφοράς. Τέλος, τα αυτοσυμπληρούμενα ερωτηματολόγια προσωπικότητας και συμπεριφοράς δεν έδειξαν κάποια συσχέτιση με τις ορμόνες. Οι Rasanen et al [103] το 1999, εξέτασαν τη σχέση της τεστοστερόνης σε ψυχικά διαταραγμένα άτομα, 20 σχιζοφρενείς και 42 με διαταραχή προσωπικότητας, που είχαν φυλακιστεί για εγκληματική δραστηριότητα. Βρέθηκε ότι τα άτομα με διαταραχή προσωπικότητας, και ιδιαίτερα αυτά με πολλαπλά παραπτώματα, είχαν υψηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης. Οι σχιζοφρενείς παρουσίαζαν χαμηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης, γεγονός που, κατά τους συγγραφείς, θα μπορούσε να αποδοθεί στη νόσο ή στη χρόνια χρήση νευροληπτικών και στη πιθανή αναστολή του άξονα υπόφυση-γονάδες. Τέλος, οι Dabbs & Hargrove [91] το 1997 μελέτησαν τα επίπεδα τεστοστερόνης σε 87 γυναίκες κρατούμενες σε φυλακή υψήστης ασφαλείας και βρήκαν σημαντική συσχέτιση μεταξύ τεστοστερόνης, ηλικίας, εγκληματικής συμπεριφοράς, και συμπεριφοράς μέσα στη φυλακή. Η συσχέτιση αυτή της τεστοστερόνης και της επιθετικότητας είναι παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε σε αρκετές έρευνες σε παρόμοιο ανδρικό πληθυσμό. |