Κεντρική σελίδα > Ψυχικές Διαταραχές> Ψυχαναγκαστική-Καταναγκαστική Διαταραχή
Ψυχαναγκαστική-Καταναγκαστική Διαταραχή
Η ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή (OCD) χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες ιδεοληψίες και καταναγκασμούς που προκαλούν σημαντική δυσφορία και έκπτωση της λειτουργικότητας. Οι κλινικοί θα πρέπει να αντιληφθούν τη σημασία της διαφοράς της αληθινής ιδεοληψίας και ψυχαναγκασμού από την ψυχαναγκαστική εμμονή με την καθαριότητα, το αναμάσημα της σκέψης και την προκατάληψη που δεν είναι δυστονικές προς το εγώ. Θα πρέπει επίσης να διαχωρίσουν ανάμεσα στους πραγματικούς καταναγκασμούς από άλλες δραστηριότητες που ονομάζονται ψυχαναγκασμοί, όπως το υπερβολικό φαγητό ή ποτό ή την υπερβολική σεξουαλική συμπεριφορά, τα οποία βιώνονται σαν ευχάριστα αλλά οι συνέπειές τους μπορεί να μην είναι ευχάριστες. Το άγχος συνδέεται συχνά με τους ψυχαναγκασμούς, καθώς και η αντίσταση σε αυτούς. Επίσης, το άγχος υποχωρεί αμέσως όταν το άτομο ενδώσει στον καταναγκασμό. Αν και οι περισσότεροι ασθενείς με OCD αναγνωρίζουν ότι η συμπεριφορά τους είναι υπερβολική, ορισμένοι έχουν πλήρη έλλειψη ενσυναίσθησης επιμένοντας ότι ο ψυχαναγκασμοί και καταναγκασμοί τους είναι ρεαλιστικοί.
Κοινοί καταναγκασμοί περιλαμβάνουν το υπερβολικό πλύσιμο των χεριών στο 25%-50% των ασθενών με OCD, η συμπεριφορά ελέγχου συνδεόμενη με υπερβολική αμφιθυμία (για παράδειγμα καταναγκαστικός έλεγχος κλειδαριάς ή βρύσης), και ψυχικούς καταναγκασμούς, όπως συνεχής επανάληψη σκέψεων ή αδιάκοπο μέτρημα αριθμών. Οι ασθενείς συχνά αποφεύγουν καταστάσεις που αποτελούν το θέμα των ιδεοληψιών τους, όπως αποφεύγουν δημόσια λουτρά, ώστε να αποφύγουν τα περιττώματα και τα μικρόβια.
Οι υποομάδες συμπτωμάτων που συναντώνται στους ασθενείς με OCD περιλαμβάνουν:
- ασθενείς με ψυχαναγκασμούς που αφορούν τη βρωμιά και τις μολύνσεις, των οποίων οι τελετουργίες επικεντρώνονται στο πλύσιμο και το καθάρισμα, και τείνουν να μη σχετίζονται με τικ.
- ασθενείς με ψυχαναγκασμούς που αφορούν τη συμμετρία, των οποίων οι τελετουργίες επικεντρώνονται στην τακτοποίηση και τη ρύθμιση πραγμάτων, ώστε να είναι στη θέση τους και συμμετρικά. Προσβάλλονται περισσότερο άνδρες από ότι γυναίκες. Οι ασθενείς τείνουν να έχουν θετικό οικογενειακό ιστορικό και μακρύτερη διάρκεια νόσου.
- ασθενείς που ορίζονται σαν ομάδα πρώιμης έναρξης που συνδέονται με τικ. Προσβάλλονται περισσότερο άνδρες από ότι γυναίκες, οι οποίοι μετρούν και ελέγχουν ψυχαναγκαστικά.
- καθαρά ψυχαναγκαστικοί ασθενείς χωρίς καταναγκασμούς.
- ασθενείς με κυρίως ψυχαναγκαστική βραδύτητα, οι οποίοι κάνουν αρκετή ώρα για να τελειώσουν μία δουλειά.
- ασθενείς οι οποίοι με ψυχαναγκαστικό τρόπο μαζεύουν άχρηστα υλικά, όπως παλιές εφημερίδες και γράμματα.
- ασθενείς με παιδιατρικές αυτοάνοσες νευροψυχιατρικές διαταραχές που συνδέονται με στρεπτοκοκκική λοίμωξη (PANDAS), οι οποίοι συνήθως έχουν αιφνίδια έναρξη ψυχαναγκαστικών συμπτωμάτων κατά την παιδική ηλικία μετά από λοίμωξη με την ομάδα Α του β-αιμολυτικού στρεπτόκοκκου. Αυτοί τείνουν να έχουν θετικό τον κυτταρικό δείκτη D8/17Β ο οποίος ανευρίσκεται επίσης στο ρευματικό πυρετό.
Η δια βίου επικράτηση της ψυχαναγκαστικής-καταναγκαστικής διαταραχής είναι περίπου 3%, με 6μηνη επικράτηση περίπου 2%. Οι αριθμοί αυτοί πιθανόν να υποεκτιμούν την πραγματική συχνότητα λόγω της μειωμένης αναφοράς και της μυστικοπαθούς φύσης των ατόμων με τη διαταραχή αυτή. Από την άλλη πλευρά, οι αριθμοί πιθανόν να υπερεκτιμούν τη συχνότητα επειδή οι κλίμακες που χρησιμοποιούνται στις κοινοτικές έρευνες μπορεί να υπερδιαγνώσκουν την πραγματική συχνότητα. Η διαταραχή προσβάλλει εξίσου άνδρες και γυναίκες κατά την ενηλικίωση, αλλά οι άνδρες έχουν πιο πρώιμη ηλικία έναρξης (από 6 έως 15 χρονών) σε σύγκριση με τις γυναίκες (από 20 έως 29 χρονών). Οι περισσότεροι ασθενείς παρουσιάζουν μία σταθερή και χωρίς διακυμάνσεις πορεία, με το 15% να έχουν μία αργή φθίνουσα πορεία και το 5% να παρουσιάζουν επεισόδια.
Η ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή βρέθηκε ότι ανταποκρίνεται στους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) και τη συμπεριφορική θεραπεία, ενώ ίσως η ανταπόκριση είναι καλύτερη στον συνδυασμό αυτών των θεραπειών. Μερικοί όμως ασθενείς δεν είναι ικανοί να ακολουθήσουν συμπεριφορική θεραπεία λόγω του έντονου άγχους και των συνοδών καταστάσεων, όπως κατάθλιψη και πτωχή εναισθησία ή λόγω μη διάθεσης κατάλληλα εκπαιδευμένων ψυχοθεραπευτών. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να λάβουν αρκετή φαρμακοθεραπεία πριν ακολουθήσουν και πάλι συμπεριφορική θεραπεία. Μία επαρκής φαρμακοθεραπεία θα πρέπει να διαρκέσει τουλάχιστον 12 βδομάδες στη μέγιστη ανεκτή δόση. Όμως, η βελτίωση των συμπτωμάτων μπορεί να είναι σχετικά αργή και να χρειαστούν αρκετές εβδομάδες. Για το λόγο αυτό οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερωθούν ότι ενδέχεται να νιώσουν παρενέργειες πριν να αντιληφθούν τις θετικές επιδράσεις της θεραπείας. Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχιστεί για τουλάχιστον ένα χρόνο μετά τη διαπίστωση ότι έχει αποτελέσματα. Γενικά, οι ασθενείς με OCD χρειάζονται πολύ υψηλότερες δόσεις φαρμάκου συγκρινόμενοι με αυτούς που αντιμετωπίζονται για κατάθλιψη. |