Web sections |
Κεντρική σελίδα > Σεξουαλικές Παρεκκλίσεις > Εφαψιομανία
ΕφαψιομανίαΨΥΧΟΠΑΘΟΛΟΓΙΑΔιαγνωστικά κριτήρια: Οι παραφιλίες, καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από παθολογική ερωτική προτίμηση, μπορούν να χωριστούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες : αυτές με προτίμηση παθολογικού ερωτικού στόχου, και αυτές με παθολογική ερωτική δραστηριότητα. Ο διαχωρισμός αυτός, μη παραβλέποντας το γεγονός ότι οι καταστάσεις αυτές μπορεί να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο, βοηθά στη διερεύνηση των σχέσεων ανάμεσα στις παραφιλίες. Στην ομάδα της παθολογικής προτίμησης σε ερωτική δραστηριότητα ανείκουν η ηδονοβλεψία, η επιδειξιομανία, η εφαψιομανία, και μία κατηγορία βιασμού που χαρακτηρίζεται από μη-σαδιστικού τύπου βιασμούς. Οι τρεις πρώτες καταστάσεις κατατάσσονται σαν ξεχωριστές παραφιλίες στο DSM-IV και θεωρούνται από πολλούς ότι έχουν κοινό υπόβαθρο παθολογίας (Freund et al, 1997). O Krafft-Ebing (1886/1925), θεώρησε την εφαψιομανία σαν μορφή της επιδειξιομανίας, ενώ ο Freud (1905/1925),πρόσθεσε τον όρο "scoptophilia" για να τονίσει τη σχέση μεταξύ ηδονοβλεψίας και επιδειξιομανίας. Αρκετές μελέτες έδειξαν την υψηλή συνύπαρξη αυτων των παραφιλιών (Taylor, 1947). Η εφαψιομανία είναι μία παραφιλία που χαρακτηρίζεται από το άγγιγμα ερωτογόνων περιοχών ενός άγνωστου ατόμου σε μέρη όπου υπάρχει πολυκοσμία ή όπου η διαφυγή θα ήταν εύκολη άν γινόταν αντιληπτός. Σύμφωνα με το DSM-IV (DSM-IV, American Psychiatric Association, 1994), τα διαγνωστικά κριτήρια συνίστανται από: Α. Πάνω από μία περίοδο 6 μηνών με επαναλαμβανόμενες και επίμονες σεξουαλικές φαντασιώσεις, τάσεις και συμπεριφορές που περιλαμβάνουν άγγιγμα και τρίψιμο έναντι μη-συγκατατιθέμενου ατόμου", και Β. Οι σεξουαλικές φαντασιώσεις, τάσεις και συμπεριφορές προκαλούν σημαντική κλινική δυσφορία ή διαταραχή στη κοινωνική, εργασιακή, ή άλλη σημαντική περιοχή της λειτουργικότητας". Επιδημιολογία Η βιβλιογραφία για την εφαψιομανία είναι αρκετά μικρή σε σχέση με αυτήν των παραφιλιών. Για παράδειγμα, σε σχετική έρευνα για τα έτη 1966-1997, βρέθηκαν μόνο 17 μελέτες με το θέμα αυτό. Οι Abel et al (1987), τόνισαν ότι η εφαψιομανία είναι πολύ συχνή παραφιλική δραστηριότητα, και η συχνότητα της δραστηριότητας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν από τον κλινικό. Ο μέσος όρος των εφαψιομανικών πράξεων των 62 ατόμων με πρώτη διάγνωση την εφαψιομανία, που μελέτησαν, ήταν 850. Σε δείγμα ατόμων που είχαν συλληφθεί για ηδονοβλεπτική δραστηριότητα το 66% είχαν παράλληλα επιδείξει εφαψιομανική δραστηριότητα (Bradford et al, 1992). Οι Freund et al (1997), βρήκαν στοιχεία εφαψιομανικής δραστηριότητας στο 15-30% των ανδρών, όμως είναι άγνωστο το ποσοστό της πρόθεσης των ατόμων αυτών να συνεχίσουν σε πράξη βιασμού. Συνοδές παραφιλίες Από τις διαταραχές στη διαδικασία ερωτικής σχέσης (courtship disorders) (Freund & Kolarsky, 1965), φαίνεται ότι η επιδειξιομανία και η δραστηριότητα μη-σαδιστικού βιασμού παρουσιάζονται με τη λιγότερο συχνή συνύπαρξη με άλλες παραφιλίες. Η ηδονοβλεψία παρουσιάζει την πλέον συχνή συνύπαρξη, ενώ η εφαψιομανία παρουσιάζει μία ενδιάμεση κατάσταση. H ισχυρότερη συνύπαρξη φαίνεται να υπάρχει ανάμεσα στην ηδονοβλεψία και την επιδειξιομανία. Μετα-αναλύσεις δεδομένων έδειξαν επίσης ότι η συσχέτιση ανάμεσα στο βιασμό μη-σαδιστικού τύπου και στις καταστάσεις επιδειξιομανία, ηδονοβλεψία και εφαψιομανία είναι ισχυρότερη σε σχέση με τις καταστάσεις σαδισμός και μαζοχισμός, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι ο βιασμός μη-σαδιστικού τύπου θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στις διαταραχές της διαδικασίας της ερωτικής σχέσης (Freund et al, 1997). Οι Abel & Rouleau (1990), τόνισαν την ποικιλότητα των παραφιλικών καταστάσεων που μπορεί να κυμαίνονται όχι μόνο από άτομο σε άτομο αλλά και μέσα στο ίδιο το άτομο στη διάρκεια της ζωής του. Η δυναμική αυτή φαίνεται από το γεγονός ότι κάποια παραφιλία μπορεί να μειώνεται στη διάρκεια του χρόνου και κάποια άλλη να αναλαμβάνει σταδιακά τον πρώτο ρόλο. Οι Abel et al (1988), μελετώντας 561 παραφιλικούς βρήκαν ότι μόνο 21% των ατόμων με εφαψιομανία είχαν σαν μοναδική δραστηριότητα την εφαψιομανία ενώ οι υπόλοιποι είχαν κατά μέσο όρο επιπλέον 4,8 παραφιλίες. Οι Bradford et al (1992), μελετώντας 443 παραφιλικούς άνδρες που παρακολουθούσαν συμπεριφορικού τύπου θεραπευτικό πρόγραμμα στο νοσοκομείο της Οτάβα, βρήκαν ότι, από τα άτομα με εφαψιομανία το 24% είχε επιπλέον ετεροφιλική παιδοφιλική, το 35% ετεροφιλική ηβηφιλική, το 21% ομοφυλιφιλική παιδοφιλική, το 17% ομοφυλοφιλική ηβηφιλική, το 17% μετενδυματική, το 66% ηδονοβλεπτική, και το 31% επιδειξιομανική δραστηριότητα. Επιπλέον, το 31 % και 16% αντίστοιχα επιχείρησαν ή διέπραξαν βιασμό. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑΟι Freund και Kolarsky (1965), περιέγραψαν την ιδανική διαδικασία μιας ερωτικής σχέσης που αποτελείται από 4 στάδια : την εντόπιση του στόχου-συντρόφου, την φάση μη-λεκτικής και λεκτικής προσέγγισης, την φάση όπου αναπτύσσεται κάποια σωματική επαφή, και τέλος τη φάση φάση της σεξουαλικής επαφής. Η θεωρία που αναφέρεται στη διαταραχή της διαδικασίας της ερωτικής σχέσης (courtship disorder) υποστηρίζει ότι στη παρίπτωση των παραφιλιών υπάρχει κάποια ανακολουθία ή διαστροφή της πορείας αυτής, ή ακόμα και τέλεια παράλειψη κάποιας ή κάποιων από τις φάσεις αυτές. Στην περίπτωση της εφαψιομανίας η διαταραχή τοποθετείται στην τρίτη φάση, τη φάση της αλληλεπίδρασης δια της αφής. ΕΚΤΙΜΗΣΗΟι Freund και Kolarsky (1965), περιέγραψαν την ιδανική διαδικασία μιας ερωτικής σχέσης που αποτελείται από 4 στάδια:
Η θεωρία που αναφέρεται στη διαταραχή της διαδικασίας της ερωτικής σχέσης (courtship disorder) υποστηρίζει ότι στη παρίπτωση των παραφιλιών υπάρχει κάποια ανακολουθία ή διαστροφή της πορείας αυτής, ή ακόμα και τέλεια παράλειψη κάποιας ή κάποιων από τις φάσεις αυτές. Στην περίπτωση της εφαψιομανίας η διαταραχή τοποθετείται στην τρίτη φάση, τη φάση της αλληλεπίδρασης δια της αφής. |